Φτιάχνουν από μόνα τους

Μερικές φορές κάποια προβλήματα λύνονται από μόνα τους, με την προϋπόθεση ότι θα τα ξεχάσεις. Προσέξτε: Όχι να προσποιηθείς ότι τα ξέχασες, αλλά να τα ξεχάσεις πραγματικά.

Δεν μιλάω φυσικά για στρουθοκαμηλισμό, ούτε λέω ότι πρέπει να μην έχουμε συναίσθηση του τι συμβαίνει γύρω μας.

Αυτό που λέω είναι ότι, μερικές φορές, κάποια προβλήματα λύνονται από μόνα τους, και η πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο αυξάνει απότομα αρκεί το υποκείμενο να ξεχάσει για το πρόβλημα και να συνεχίζει τη ζωή του σαν να μη συμβαίνει τίποτε.

Μου έχει τύχει αρκετές φορές αυτό, που πλέον υποψιάζομαι ότι έχουμε κάποιον παράξενο φυσικό νόμο εδώ – ή καλύτερα εκεί, στο παρασκήνιο της Φαινομενικής Πραγματικότητας™.

Δεν με πιστεύετε; Σας καταλαβαίνω. Μείνετε όμως λίγο μαζί μου, να σας εξιστορήσω το πιο πρόσφατο περιστατικό που βίωσα. Στοιχηματίζω μάλιστα ότι κάτι ανάλογο θα έχετε βιώσει κι εσείς, τουλάχιστον μία φορά.

Έχω λοιπόν ένα σχετικά παλιό PC, το φθινόπωρο του 2011 το ‘χα αγοράσει, το οποίο εδώ και μήνες έχει αναλάβει καθήκοντα virtualization host χάρη στο αγαπημένο openSUSE Leap και στο θαυμαστό KVM. Μεταξύ των VMs που φιλοξενεί το μηχάνημα, ένα είναι σε ρόλο Dropbox node και το άλλο εκτελεί χρέη media server, με το Plex. (Αν δεν απατώμαι, στο ταπεινό αυτό blog μάλλον έχω ξαναγράψει για όλα αυτά. Τέλος πάντων, ας πούμε ότι τα αναφέρω και πάλι για λόγους πληρότητας.)

Το guest OS καθενός εκ των δύο VMs είναι το Ubuntu Server 14.04 LTS. Από την ενασχόλησή μου με τα VPSes του περιοδικού, μαθαίνω σχεδόν αμέσως για security patches που κυκλοφορούν για το Ubuntu κι άλλες διανομές. Στα VPSes και στα VMs που συντηρώ, έχω φροντίσει ώστε security patches και bug fixes να εφαρμόζονται/εγκαθίστανται αυτόματα. Μερικές φορές βέβαια απαιτείται χειροκίνητη επανεκκίνηση του συστήματος – κι αυτό συμβαίνει όταν, π.χ., έχει προηγηθεί αναβάθμιση του πυρήνα.

Την περασμένη βδομάδα έλαβα ένα αυτοματοποιημένο email από το VPS του mailserver μου, ότι εφαρμόστηκαν updates και χρειάζεται reboot και καλό θα ήταν να το κάνω το συντομότερο δυνατόν και, παρεμπιπτόντως, συγχαρητήρια που είμαι τόσο επιμελής sysadmin. (ΟΚ, αυτό το τελευταίο δεν περιλαμβανόταν στο email, τώρα το σκέφτηκα, δεν μπόρεσα να του αντισταθώ και το έγραψα – εξ ου κι αυτή η απολογητική παρένθεση.) Συνδέθηκα, μέσω SSH, στο VPS του mailserver, το οποίο επίσης τρέχει Ubuntu Server. Έκανα το reboot και σκέφτηκα ότι, από τη στιγμή που έχω κι άλλα VPSes και VMs με την ίδια ακριβώς έκδοση του Ubuntu Server, καλό θα ήταν να τα επανεκκινήσω κι αυτά. Έτσι κι έκανα – κι όλα πήγαν καλά. Στο καπάκι, θυμήθηκα ότι στον virtualization host, αυτόν με το openSUSE, δεν έχω φροντίσει ώστε να εφαρμόζονται αυτόματα security patches, ούτε bug fixes. “Πρέπει να το δω κι αυτό κάποια στιγμή”, σκέφτηκα για πολλοστή φορά καθώς συνδεόμουν στο openSUSE από ένα τερματικό του MacBook.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα διαπίστωνα ότι υπήρχαν αρκετά updates και για το openSUSE, καθώς κι ότι ένα απ’ αυτά αφορούσε στον πυρήνα. Μερικά λεπτά παρακάτω όλα τα διαθέσιμα patches είχαν εφαρμοστεί κι εγώ πληκτρολογούσα “sudo reboot”. Θα περνούσε μισή περίπου ώρα ώσπου ν’ ανακαλύψω πως το μηχάνημα δεν είχε καταφέρει να επανεκκινήσει.

Όταν πήγα στο δωμάτιο του PC να δω τι συμβαίνει –ευτυχώς που του έχω μόνιμα συνδεμένη μια οθόνη– διαπίστωσα ότι το λειτουργικό δεν μπορούσε να ξεκινήσει εξαιτίας ενός από τους χειρότερους δυνατούς λόγους: kernel panic.

Από το αναλυτικό μήνυμα στην οθόνη, στο σημείο όπου το boot είχε σκαλώσει, φαινόταν ξεκάθαρα ότι το root filesystem δεν μπορούσε να προσαρτηθεί. Επέστρεψα στο καθιστικό, όπου είχα το laptop να φορτίζει, κι έψαξα για το ακόλουθο:

kernel panic-not syncing: VFS: unable to mount root fs on unknown block(0,0)

Διαπίστωσα ότι κι άλλοι είχαν το ίδιο πρόβλημα, μάλιστα με διάφορες διανομές. Ευτυχώς, αρκετοί χρήστες ανέφεραν ότι ξεκινώντας το μηχάνημα από το live DVD της διανομής σε rescue mode, είχαν καταφέρει να επαναφέρουν το σύστημα με μια ελαφρώς παλαιότερη έκδοση του πυρήνα. Ησύχασα λίγο. Δεν θα χρειαζόταν εκ νέου εγκατάσταση. Πάλι καλά. Δεν είναι η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο PC κάνει κόνξες και σίγουρα δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα του εγκαθιστούσα ξανά λειτουργικό. Ακριβώς αυτή η σκέψη, ότι δηλαδή το συγκεκριμένο PC μού κάνει συχνά κόνξες, εκείνη τη στιγμή μ’ έκανε να τρέξω στο άλλο δωμάτιο, να κλείσω το PC εντελώς και μετά να γυρίσω το διακόπτη του τροφοδοτικού στο Off – και στο καπάκι πάλι στο On.

Μη σας κάνει εντύπωση. Αυτό ακριβώς το τρικ παλαιότερα είχε δουλέψει. Το PC και πάλι δεν ξεκινούσε –θυμάμαι ότι τότε έτρεχε Windows– αλλά μετά το Off/On στον διακόπτη του τροφοδοτικού και το ακόλουθο power-on του συστήματος, η εκκίνηση του λειτουργικού είχε ολοκληρωθεί επιτυχώς. Ναι, προφανώς και μιλάμε για buggy hardware, όμως το bug εκδηλώνεται σπάνια και η κατάσταση σώζεται χωρίς πόνο.

Όχι αυτή τη φορά. Το boot του openSUSE απέτυχε, το scrolling μηνυμάτων στην οθόνη πάγωσε, το kernel panic εκδηλώθηκε με εκνευριστική συνέπεια και πάλι. Καλώς λοιπόν, θα το δω ξανά απόψε το βραδάκι, σκέφτηκα κι έκλεισα το PC. Περιττό να πω ότι για το υπόλοιπο της ημέρας δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι για το καημένο το openSUSE, που του ‘τυχε αυτό το άτιμο PC οβ μάιν. Εντάξει, δεν ήταν αυτή η μόνη σκέψη που με τριβέλιζε εκείνη τη μέρα, ούτε καν η πιο ανήσυχη. Ήταν όμως εκεί, λίγο πιο πίσω απ’ όλες τις άλλες σκέψεις, αναπηδώντας κάθε λίγο και λιγάκι και κουνώντας τα χέρια χαριτωμένα στον αέρα, μόνο και μόνο για να κερδίζει την προσοχή μου. Παρίστανα τον αδιάφορο, η αλήθεια όμως είναι ότι τα κατάφερνε μια χαρά.

Το βράδυ –ή μάλλον νωρίτερα απ’ αυτό που οποιοσδήποτε θα χαρακτήριζε ως “βράδυ”, τέλη Μαΐου– εντελώς απροειδοποίητα όρμησα στο δωμάτιο του PC και πάτησα το διακόπτη τροφοδοσίας. Όχι ότι δεν το περίμενα, όμως το

kernel panic-not syncing: VFS: unable to mount κ.λπ. κ.λπ.

που ξαναείδα με σόκαρε το ίδιο, όσο και νωρίτερα εκείνη τη μέρα. Μια παρήγορη σκέψη, ωστόσο, μου βελτίωσε τη διάθεση: “Θα αντιμετωπίσω το πρόβλημα και μετά θα γράψω σχετικά στο site του περιοδικού”, είπα στον εαυτό μου. Έτσι. Αυτή, φίλες και φίλοι, είναι μια βασική προϋπόθεση για πραγματικά ενδιαφέρουσα τεχνική αρθρογραφία: αφού αντιμετωπίσεις ένα πρόβλημα ή ασχοληθείς με κάποιο πρότζεκτ, μαζεύεις τις σημειώσεις σου, στρώνεσαι και γράφεις. Το αποτέλεσμα συνήθως εκτιμάται, εσύ χαίρεσαι, η ζωή είναι ωραία.

Τις επόμενες μέρες έλειπα από τη Θεσσαλονίκη κι επέστρεψα Δευτέρα απόγευμα. Εχθές, Τετάρτη, αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με το πρότζεκτ “επαναφορά virtualization host νο μάτερ γουάτ”. Πήρα και το κινητό, να βγάλω μια φωτογραφία την οθόνη με το μήνυμα περί kernel panic. Σίγουρα θα αποτελούσε τέλεια προσθήκη για το άρθρο. Μόνο που δεν μπόρεσα να πάρω ποτέ τη συγκεκριμένη φωτογραφία. Με φορτωμένο το photo app και την οθόνη του PC ανοικτή, πάτησα το power on του πύργου. Η φωτογραφική εστίασε στα μηνύματα POST του BIOS και ήμουν πανέτοιμος ν’ αγγίξω το εικονίδιο για τη λήψη.

Μόνο που η εκκίνηση του openSUSE προχώρησε κι ολοκληρώθηκε ομαλά. Ακριβώς. Κανένα πρόβλημα απολύτως. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Αναβάθμισα και κάτι πακέτα του openSUSE, καθώς και δύο VMs με Ubuntu. Χωρίς να υπάρχει λόγος, έκανα και δυο, τρεις επανεκκινήσεις. Όλα καλά. Σ’ όποιον έλεγα τι είχε συμβεί την προηγούμενη εβδομάδα, μάλλον θα γελούσε. Ή θα με απόπαιρνε. Ή και τα δύο.

Αυτά τα παλιά PC, παρά τα όποια προβλήματα βγάζουν, μερικές φορές φτιάχνουν από μόνα τους. Βοήθησε βέβαια και το γεγονός ότι τις προηγούμενες μέρες είχα ξεχάσει το πρόβλημα.

Πραγματικά ξεχάσει, όχι προσποιητά ξεχάσει.